ανακτορία


ανακτορία
ἀνακτορία, η (ΑΜ) [ἀνάκτωρ]
1. το αξίωμα τού άνακτος, εξουσία, ηγεμονία
2. διοίκηση τού ιππικού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνακτορία — ἀνακτορίᾱ , ἀνακτόριος belonging to a lord fem nom/voc/acc dual ἀνακτορίᾱ , ἀνακτόριος belonging to a lord fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀνακτορίᾱ , ἀνακτορία lordship fem nom/voc/acc dual ἀνακτορίᾱ , ἀνακτορία lordship fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνακτορία — Ἀνακτορίᾱ , Ἀνακτόριος fem nom/voc/acc dual Ἀνακτορίᾱ , Ἀνακτόριος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακτορίας — ἀνακτορίᾱς , ἀνακτόριος belonging to a lord fem acc pl ἀνακτορίᾱς , ἀνακτόριος belonging to a lord fem gen sg (attic doric aeolic) ἀνακτορίᾱς , ἀνακτορία lordship fem acc pl ἀνακτορίᾱς , ἀνακτορία lordship fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακτορίαν — ἀνακτορίᾱν , ἀνακτόριος belonging to a lord fem acc sg (attic doric aeolic) ἀνακτορίᾱν , ἀνακτορία lordship fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνακτορίας — Ἀνακτορίᾱς , Ἀνακτόριος fem acc pl Ἀνακτορίᾱς , Ἀνακτόριος fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνακτορίαν — Ἀνακτορίᾱν , Ἀνακτόριος fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Stratis Paschalis — Infobox Writer name = Stratis Paschalis imagesize = caption = birthdate = 1958 birthplace= nationality=Greek deathdate = deathplace= spouse = children = occupation =poet, novelist, translator genre = period =1977 ndash; influences = influenced =… …   Wikipedia

  • Stratis Paschalis — Este artículo está huérfano, pues pocos o ningún artículo enlazan aquí. Por favor, introduce enlaces hacia esta página desde otros artículos relacionados …   Wikipedia Español

  • ανάκτωρ — ἀνάκτωρ ( ορος), ο (Α) (για θεούς) αυτός που εξουσιάζει, εξουσιαστής, κυρίαρχος, άρχοντας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάσσω. ΠΑΡ. ἀνάκτορο(ν) αρχ. ἀνακτόριος αρχ. μσν. ἀνακτορία] …   Dictionary of Greek

  • ἀνακτορίη — ἀνακτόριος belonging to a lord fem nom/voc sg (epic ionic) ἀνακτορία lordship fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.